murre
murre
mɜ:
μερ
/mˈʌr/

Ορισμός και σημασία του "murre"στα αγγλικά

01

θαλασσοπούλι, μούρε

black-and-white diving bird of northern seas
murre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
murres
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store