Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mull
01
αντανακλώ βαθιά πάνω σε ένα θέμα, διαλογίζομαι πάνω σε ένα θέμα
reflect deeply on a subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mull
γ΄ ενικό πρόσωπο
mulls
ενεστώτα μετοχή
mulling
απλός αόριστος
mulled
παθητική μετοχή
mulled
02
ζεσταίνω με ζάχαρη και μπαχαρικά για να φτιάξω ένα ζεστό ποτό, βράζω με ζάχαρη και μπαχαρικά για να ετοιμάσω ένα ζεστό ποτό
heat with sugar and spices to make a hot drink
Mull
01
ένα νησί στη δυτική Σκωτία στα Εσωτερικά Εβρίδες, Μαλ
an island in western Scotland in the Inner Hebrides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
02
ένας όρος που χρησιμοποιείται στα σκωτσέζικα ονόματα ακρωτηρίων, μια λέξη που χρησιμοποιείται στην σκωτσέζικη τοπωνυμία για τα ακρωτήρια
a term used in Scottish names of promontories
Λεξικό Δέντρο
muller
mull



























