Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mulatto
01
μουλάτος, μικτής καταγωγής
a person of mixed white and black ancestry
Παραδείγματα
Mulattos often faced identity struggles, as they were not fully accepted by either the white or black communities.
Οι μιγάδες συχνά αντιμετώπιζαν αγώνες ταυτότητας, καθώς δεν γινόταν πλήρως αποδεκτοί ούτε από τις λευκές ούτε από τις μαύρες κοινότητες.



























