mulatto
mu
mju
myoo
la
ˈlæ
tto
təʊ
tew
vibratomankatostaccatoostinato

Ορισμός και σημασία του "mulatto"στα αγγλικά

01

μουλάτος, μικτής καταγωγής

a person of mixed white and black ancestry 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mulattoes
Παραδείγματα
The plantation owner's son was a mulatto, born to one of the enslaved women on his father's estate. 

Ο γιος του ιδιοκτήτη της φυτείας ήταν μούλατος, γεννημένος από μια από τις δουλεμένες γυναίκες στην περιουσία του πατέρα του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store