mugshot
mug
ˈmʌg
mag
shot
ʃɒt
shot
Mug shot

Ορισμός και σημασία του "mugshot"στα αγγλικά

01

αστυνομική φωτογραφία, φωτογραφία ταυτοποίησης

a photographic portrait taken by law enforcement agencies of a person who has been arrested, typically taken at the time of booking and used for identification purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mugshots
Παραδείγματα
The suspect’s mugshot was released to the media after his arrest. 

Η φωτογραφία ταυτοποίησης του υπόπτου κυκλοφόρησε στα μέσα ενημέρωσης μετά τη σύλληψή του.

Λεξικό Δέντρο

mugshot

mug

+

shot

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store