Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mugshot
01
αστυνομική φωτογραφία, φωτογραφία ταυτοποίησης
a photographic portrait taken by law enforcement agencies of a person who has been arrested, typically taken at the time of booking and used for identification purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mugshots
Παραδείγματα
The suspect’s mugshot was released to the media after his arrest.
Η φωτογραφία ταυτοποίησης του υπόπτου κυκλοφόρησε στα μέσα ενημέρωσης μετά τη σύλληψή του.



























