Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Muckraking
01
ερευνητική δημοσιογραφία, αποκάλυψη διαφθοράς
the investigative practice of exposing corruption, scandals, or societal injustices through aggressive journalism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
muckrakings
Παραδείγματα
The investigative journalist was known for his fearless muckraking, exposing corruption and injustice in society.
Ο δημοσιογράφος έρευνας ήταν γνωστός για τον ατρόμητο ρεπορτάζ έρευνας του, αποκαλύπτοντας τη διαφθορά και την αδικία στην κοινωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
muckraking
muckrake
muck
rake



























