muckraking
Pronunciation
/ˈməˌkɹeɪkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "muckraking"στα αγγλικά

01

ερευνητική δημοσιογραφία, αποκάλυψη διαφθοράς

the investigative practice of exposing corruption, scandals, or societal injustices through aggressive journalism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite facing backlash from powerful interests, the muckraking reporter remained committed to uncovering the truth and holding the powerful accountable.
Παρά την αντιμετώπιση αντιδράσεων από ισχυρά συμφέροντα, ο ερευνητικός δημοσιογράφος παρέμεινε αφοσιωμένος στην αποκάλυψη της αλήθειας και στην κράτηση των ισχυρών υπόλογους.

Λεξικό Δέντρο

muckraking
muckrake

muck

+

rake

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store