Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mucilage
01
βλέννα, κολλώδης ουσία
cement consisting of a sticky substance that is used as an adhesive
02
βλέννα, ζελατινώδης ουσία που εκκρίνεται από τα φυτά
a gelatinous substance secreted by plants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mucilages
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mucilaginous
mucilage



























