mucilage
mu
ˈmju:
myoo
ci
si
lage
lɪʤ
lij

Ορισμός και σημασία του "mucilage"στα αγγλικά

01

βλέννα, κολλώδης ουσία

cement consisting of a sticky substance that is used as an adhesive 
mucilage definition and meaning
02

βλέννα, ζελατινώδης ουσία που εκκρίνεται από τα φυτά

a gelatinous substance secreted by plants 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mucilages
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store