Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mover
01
μεταφορέας, εταιρεία μεταφορών
an individual or a company whose job is to move people's possessions, such as pieces of furniture, boxes, etc., from one house to another, particularly when someone changes residence
Dialect
American
02
μεταφορέας, εργάτης εταιρείας μετακομίσεων
workman employed by a moving company
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
movers
03
μεταφορέας, άτομο που κινείται
someone who moves
04
προτείνων, καταθέτης πρότασης
(parliamentary procedure) someone who makes a formal motion
Λεξικό Δέντρο
mover
move



























