to move over
Pronunciation
/mˈuːv ˈoʊvɚ/

Ορισμός και σημασία του "move over"στα αγγλικά

to move over
[phrase form: move]
01

κουνιέμαι, ανοίγω χώρο

to adjust one's position to create space for others
Intransitive
to move over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move over
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves over
ενεστώτα μετοχή
moving over
απλός αόριστος
moved over
παθητική μετοχή
moved over
Παραδείγματα
In a small conference room, colleagues may need to move over to make space for late arrivals.
Σε μια μικρή αίθουσα συνεδριάσεων, οι συνάδελφοι ίσως χρειαστεί να κινηθούν για να κάνουν χώρο για τους αργοπορημένους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store