Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to move over
01
κουνιέμαι, ανοίγω χώρο
to adjust one's position to create space for others
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move over
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves over
ενεστώτα μετοχή
moving over
απλός αόριστος
moved over
παθητική μετοχή
moved over
Παραδείγματα
Could you move over a bit so we can squeeze one more chair at the dining table?
Θα μπορούσατε να μετακινηθείτε λίγο για να μπορέσουμε να βάλουμε μια ακόμη καρέκλα στο τραπέζι;



























