Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to move out
[phrase form: move]
01
μετακομίζω, φεύγω από το σπίτι
to change the place we live or work
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move out
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves out
ενεστώτα μετοχή
moving out
απλός αόριστος
moved out
παθητική μετοχή
moved out
Παραδείγματα
They decided to move out after the increase in rent.
Αποφάσισαν να μετακομίσουν μετά την αύξηση του ενοικίου.
02
μετακομίζω, βγάζω έξω
to cause someone or something to leave a particular place or location
Transitive: to move out sb/sth
Παραδείγματα
Authorities often move out individuals who pose a threat to public safety.
Οι αρχές συχνά απομακρύνουν άτομα που αποτελούν απειλή για τη δημόσια ασφάλεια.



























