Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mouth off
[phrase form: mouth]
01
παραπονιέμαι δυνατά, γκρινιάζω
to complain or speak loudly in an immoderate way
Παραδείγματα
They were still mouthing off when everyone else had dropped the subject.
Ακόμα φώναζαν ενώ όλοι οι άλλοι είχαν εγκαταλείψει το θέμα.
02
μιλώ αγενώς, απαντώ με ασέβεια
to speak rudely or disrespectfully, especially to someone in authority
Παραδείγματα
Stop mouthing off and show some respect.
Σταμάτα να μιλάς αναιδώς και δείξε λίγο σεβασμό.



























