to mouth off
Pronunciation
/mˈaʊθ ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "mouth off"στα αγγλικά

to mouth off
[phrase form: mouth]
01

παραπονιέμαι δυνατά, γκρινιάζω

to complain or speak loudly in an immoderate way
to mouth off definition and meaning
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
mouth
ενεστώτας
mouth off
γ΄ ενικό πρόσωπο
mouths off
ενεστώτα μετοχή
mouthing off
απλός αόριστος
mouthed off
παθητική μετοχή
mouthed off
Παραδείγματα
They were still mouthing off when everyone else had dropped the subject.
Ακόμα φώναζαν ενώ όλοι οι άλλοι είχαν εγκαταλείψει το θέμα.
02

μιλώ αγενώς, απαντώ με ασέβεια

to speak rudely or disrespectfully, especially to someone in authority
slang
Παραδείγματα
Stop mouthing off and show some respect.
Σταμάτα να μιλάς αναιδώς και δείξε λίγο σεβασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store