Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mouth-to-mouth
01
στόμα με στόμα, τεχνητή αναπνοή
a first aid procedure where a person breathes air into another’s mouth to revive them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mouth-to-mouths
Παραδείγματα
He had to perform mouth-to-mouth after the swimmer lost consciousness.
Έπρεπε να κάνει τεχνητή αναπνοή από στόμα σε στόμα αφού ο κολυμβητής έχασε τις αισθήσεις του.



























