Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mouse
01
ποντίκι, μυγαλή
a small animal that lives in fields or houses, and often has fur, a long furless thin tail, and a pointed nose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mice
Παραδείγματα
My mother screamed when she saw a tiny mouse hiding behind the bookshelf.
Η μητέρα μου φώναξε όταν είδε ένα μικρό ποντίκι να κρύβεται πίσω από τη βιβλιοθήκη.
02
ποντίκι
a small, handheld device that we move across a flat surface to move the cursor on a computer screen
Παραδείγματα
The touchpad on a laptop serves the same function as an external mouse.
Το touchpad σε ένα laptop εξυπηρετεί την ίδια λειτουργία με ένα εξωτερικό ποντίκι.
03
μαυρισμένο μάτι, καρούμπαλο
a swollen bruise caused by a blow to the eye
04
ποντίκι, ντροπαλός
person who is quiet or timid
to mouse
01
χειρίζομαι το ποντίκι, χρησιμοποιώ το ποντίκι
manipulate the mouse of a computer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
mouses
ενεστώτα μετοχή
mousing
απλός αόριστος
moused
παθητική μετοχή
moused
02
κινώ κρυφά, προχωρώ λαθραία
to go stealthily or furtively
Λεξικό Δέντρο
mouselike
mousey
mousy
mouse



























