motility
mo
məʊ
mew
ti
ˈtɪ
ti
li
ty
ti
ti
modalitymotivitymoralitymolality

Ορισμός και σημασία του "motility"στα αγγλικά

01

κινητικότητα, κινητικότητα

a change of position that does not entail a change of location 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

κινητικότητα, ικανότητα κίνησης

the ability of an organism or cell to move independently using specialized structures such as flagella, cilia, or pseudopodia 
Παραδείγματα
Sperm cells exhibit motility as they swim towards the egg for fertilization. 

Τα κύτταρα σπέρματος παρουσιάζουν κινητικότητα καθώς κολυμπούν προς το ωάριο για γονιμοποίηση.

Λεξικό Δέντρο

hypermotility
immotility
motility
motile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store