motherhood
Pronunciation
/ˈmʌðɚˌhʊd/

Ορισμός και σημασία του "motherhood"στα αγγλικά

01

μητρότητα, κατάσταση της μητέρας

the state of being a mother to a child or children
motherhood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Motherhood taught her the importance of patience, empathy, and selflessness.
Μητρότητα της έμαθε τη σημασία της υπομονής, της ενσυναίσθησης και της αλτρουιστικής συμπεριφοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store