mother tongue
mo
ˈmʌ
μα
ther
ðə
δα
tongue
tʌng
τανγκ

Ορισμός και σημασία του "mother tongue"στα αγγλικά

01

μητρική γλώσσα, γλώσσα μητέρας

the first language that a baby acquires naturally 
mother tongue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mother tongues
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store