Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mother's milk
01
μητρικό γάλα, γάλα μητέρας
the breast milk produced by a lactating mother to provide essential nutrition and antibodies for her infant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
θηλυκό ενικό
mother's milk
neutral form
breast milk
LanGeek



























