moth
moth
mɒθ
moth
mouthmonth

Ορισμός και σημασία του "moth"στα αγγλικά

01

νυχτοπεταλούδα, σκόρος

a nocturnal winged insect similar to a butterfly that is attracted to the light 
moth definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moths
02

φίλη, αγαπημένη

(Irish) a girlfriend 
αργκό
Παραδείγματα
He took his moth out for dinner. 

Πήρε τη moth του για δείπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store