Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mosh
01
Χορεύω με ενέργεια και συχνά χαοτικά, Κινούμαι αγριεύοντας στο πλήθος ενώ χορεύω
to dance vigorously in a highly energetic and often chaotic manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
mosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
moshes
ενεστώτα μετοχή
moshing
απλός αόριστος
moshed
παθητική μετοχή
moshed
Παραδείγματα
The crowd moshed wildly to the heavy metal music, creating a pulsating energy.
Το πλήθος moshάρει άγρια στη μουσική heavy metal, δημιουργώντας μια παλλόμενη ενέργεια.



























