moralistic
mo
ˌmɒ
mo
ra
lis
ˈlɪs
lis
tic
tɪk
tik
futuristicactivisticjingoisticaltruistic

Ορισμός και σημασία του "moralistic"στα αγγλικά

moralistic
01

ηθικολογικός, μοραλιστικός

narrowly and conventionally moral 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moralistic
συγκριτικός βαθμός
more moralistic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ethics, behavior, judgment

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

moralistic
mor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store