Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Morale
01
ηθικό
the spirit of a group that makes the members want the group to succeed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ηθικό
one's personal level of confidence, enthusiasm, and emotional well-being, especially in the context of facing challenges or adversity
Παραδείγματα
Despite facing setbacks, Sarah's high morale propelled her to persist in her endeavors with determination and optimism.
Παρά τις αναποδιές, το υψηλό ηθικό της Σάρα την ώθησε να επιμείνει στις προσπάθειές της με αποφασιστικότητα και αισιοδοξία.



























