moquette
mo
mo
quette
ˈkɛt
ket
coquettecorvetteseptettepallette

Ορισμός και σημασία του "moquette"στα αγγλικά

01

μουκέτα

a type of dense, durable, and woven carpet 
moquette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moquettes
Παραδείγματα
The hotel lobby featured moquette carpeting that added a touch of elegance to the space. 

Το λόμπι του ξενοδοχείου διαθέτει χαλί μοκέτα που πρόσθεσε μια αίσθηση κομψότητας στο χώρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store