Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moquette
01
μουκέτα
a type of dense, durable, and woven carpet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moquettes
Παραδείγματα
The hotel lobby featured moquette carpeting that added a touch of elegance to the space.
Το λόμπι του ξενοδοχείου διαθέτει χαλί μοκέτα που πρόσθεσε μια αίσθηση κομψότητας στο χώρο.



























