moped
mo
ˈməʊ
mew
ped
pɛd
ped
movedmoded

Ορισμός και σημασία του "moped"στα αγγλικά

01

ένα μοτοποδήλατο, ένα μοπέδ

a motorcycle with a weak engine and pedals 
moped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mopeds
Παραδείγματα
He decided to buy a moped for his daily commute to work to save on fuel costs. 

Αποφάσισε να αγοράσει ένα μικρό ποδήλατο με κινητήρα για τη καθημερινή του μετακίνηση στη δουλειά για να εξοικονομήσει κόστος καυσίμων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store