Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moon blindness
01
σεληνιακή τύφλωση, επίμονη οφθαλμική φλεγμονή σε άλογα
a painful and recurring eye inflammation that affects horses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Preventive measures like reducing exposure to flies can help avoid moon blindness.
Προληπτικά μέτρα όπως η μείωση της έκθεσης στις μύγες μπορούν να βοηθήσουν στην αποφυγή της σεληνιακής τύφλωσης.
02
νυκτάλωψη, νυκτερινή τύφλωση
inability to see clearly in dim light; due to a deficiency of vitamin A or to a retinal disorder



























