Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monstrosity
01
τερατώδης, φρικιαστικός
something extremely ugly and horrendous, often large
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monstrosities
02
τερατώδης, τέρας
a person or animal that is markedly unusual or deformed
03
τερατώδης, φρικαλεότητα
an action, behavior, or entity that is extremely wicked, evil, or morally reprehensible
Παραδείγματα
The dictator's regime was a monstrosity, committing countless atrocities against innocent people.
Το καθεστώς του δικτάτορα ήταν μια τερατώδης πράξη, διαπράττοντας αμέτρητες φρικαλεότητες εναντίον αθώων ανθρώπων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
monstrosity
monstr



























