monstrosity
Pronunciation
/mɑnˈstɹɑsəti/

Ορισμός και σημασία του "monstrosity"στα αγγλικά

01

τερατώδης, φρικιαστικός

something extremely ugly and horrendous, often large
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monstrosities
02

τερατώδης, τέρας

a person or animal that is markedly unusual or deformed
03

τερατώδης, φρικαλεότητα

an action, behavior, or entity that is extremely wicked, evil, or morally reprehensible
Παραδείγματα
The historical event is remembered as a monstrosity due to the sheer scale of human suffering it caused.
Το ιστορικό γεγονός θυμάται ως μια τερατώδης πράξη λόγω της τεράστιας κλίμακας ανθρώπινων δεινών που προκάλεσε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store