Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mongoose
01
μαγκούστα, ερπεστ
a small furry mammal with sharp claws, long tail and short legs that feed on snakes and small animals, found in Asia and Africa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mongooses
02
αλεπού, έχιδνα
a sly, aggressive, or vicious person
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The mongoose lawyer twisted every word in court.
Ο δικηγόρος-μαγκούστα διέστρεψε κάθε λέξη στο δικαστήριο.



























