monetary
mo
ˈmʌ
μα
neta
nɪt
νιτ
ry
ri
ρι
monitory

Ορισμός και σημασία του "monetary"στα αγγλικά

01

νομισματικός, χρηματικός

relating to money or currency 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, economics, policy
Παραδείγματα
The central bank sets monetary policy to regulate the supply of money in the economy. 

Η κεντρική τράπεζα καθορίζει την νομισματική πολιτική για να ρυθμίσει την προσφορά χρήματος στην οικονομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

monetarily
monetarism
monetarist
monetary
monetar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store