monal
mo
ˈmoʊ
μου
nal
nəl
ναλ
/mˈəʊnəl/

Ορισμός και σημασία του "monal"στα αγγλικά

01

μονάλ, μεγαλοπρεπές πουλί του Ιμαλαΐα

a majestic bird found in the Himalayas, known for its vibrant plumage and regal appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store