mon
mon
mɒn
mon
moron

Ορισμός και σημασία του "mon"στα αγγλικά

01

Δευτέρα

the second day of the week; the first working day 
Mon definition and meaning
02

η γλώσσα Μον που ομιλείται από τους Μον

the Mon-Khmer language spoken by the Mon 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Mons
03

ένα μέλος ενός βουδιστικού λαού που ζει στη Μιανμάρ και στα γειτονικά μέρη της Ταϊλάνδης

a member of a Buddhist people living in Myanmar and adjacent parts of Thailand 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store