Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mob
01
συμμορία, μαφία
an association of criminals
02
πλήθος, όχλος
a large crowd of people, especially one that causes violence or trouble and is hard to control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mobs
03
μαφία, συμμορία
a loose affiliation of gangsters in charge of organized criminal activities
to mob
01
συνωθούμαι, στριμώχνομαι
press tightly together or cram
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
mob
γ΄ ενικό πρόσωπο
mobs
ενεστώτα μετοχή
mobbing
απλός αόριστος
mobbed
παθητική μετοχή
mobbed
Λεξικό Δέντρο
mobbish
moblike
mob



























