mob
Pronunciation
/ˈmɑb/
mobbed

Ορισμός και σημασία του "mob"στα αγγλικά

01

συμμορία, μαφία

an association of criminals
mob definition and meaning
02

πλήθος, όχλος

a large crowd of people, especially one that causes violence or trouble and is hard to control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mobs
03

μαφία, συμμορία

a loose affiliation of gangsters in charge of organized criminal activities
to mob
01

συνωθούμαι, στριμώχνομαι

press tightly together or cram
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
mob
γ΄ ενικό πρόσωπο
mobs
ενεστώτα μετοχή
mobbing
απλός αόριστος
mobbed
παθητική μετοχή
mobbed

Λεξικό Δέντρο

mobbish
moblike
mob
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store