Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mitigation
01
μετριασμός, μείωση
the act or process of reducing the severity, impact, or harmfulness of something
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mitigations
Παραδείγματα
The construction project included mitigation measures to minimize the impact on the local ecosystem and wildlife.
Το έργο κατασκευής περιλάμβανε μέτρα εξομάλυνσης για να ελαχιστοποιηθεί η επίπτωση στο τοπικό οικοσύστημα και την άγρια ζωή.
02
μετριασμός, ελαχιστοποίηση
the act of making an offense or fault appear less serious
Παραδείγματα
His apology was offered in mitigation of his earlier rude remarks.
Η συγγνώμη του προσφέρθηκε σε μετριασμό των προηγούμενων αγενών σχολίων του.
03
ελαφρυντική περίσταση, μερική δικαιολογία
a partial excuse or justification that reduces blame or punishment for an offense
Παραδείγματα
The court accepted his lack of prior record as mitigation.
Το δικαστήριο δέχθηκε την έλλειψη προηγούμενου ποινικού μητρώου του ως μετριασμό.
Λεξικό Δέντρο
mitigation
mitigate
mitig



























