Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mitigate
01
μετριάζω, ελαφρύνω
to lessen something's seriousness, severity, or painfulness
Transitive: to mitigate a problematic situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mitigate
γ΄ ενικό πρόσωπο
mitigates
ενεστώτα μετοχή
mitigating
απλός αόριστος
mitigated
παθητική μετοχή
mitigated
Παραδείγματα
Planting more trees can mitigate the impact of climate change.
Η φύτευση περισσότερων δέντρων μπορεί να μετριάσει τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής.
02
μετριάζω, ελαφρύνω
to make an offense or mistake seem less serious or severe by providing explanations or excuses
Transitive: to mitigate an offense or mistake
Παραδείγματα
The defendant's remorse and cooperation with authorities helped mitigate the seriousness of his crime.
Η μετάνοια και η συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αρχές βοήθησαν να μετριάσουν τη σοβαρότητα του εγκλήματός του.
Λεξικό Δέντρο
mitigated
mitigation
mitigative
mitigate
mitig



























