at large
at
æt
āt
large
lɑ:ʤ
laaj

Ορισμός και σημασία του "at large"στα αγγλικά

01

ελεύθερος, δραπέτης

having escaped, especially from confinement 
at large definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
01

γενικά, συνολικά

in a general manner, without specific limitations 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The conference aimed to address environmental issues at large, not just focusing on specific regions. 

Η διάσκεψη είχε στόχο να αντιμετωπίσει τα περιβαλλοντικά ζητήματα σε γενικές γραμμές, όχι μόνο εστιάζοντας σε συγκεκριμένες περιοχές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store