Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
at first glance
01
με την πρώτη ματιά, αμέσως
on first seeing (someone or something); immediately
γραμματικές πληροφορίες
02
με την πρώτη ματιά
after an initial impression, which later proves incorrect
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
με την πρώτη ματιά, αμέσως
με την πρώτη ματιά