Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Millenarian
01
χιλιαστής, πιστός στη χιλιετία
a person who believes in the coming of the millennium (a time of great peace and prosperity)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
millenarians
millenarian
01
χιλιαστικός, σχετικός με προφητευμένες πεποιθήσεις ή ιδέες για μια χιλιετή περίοδο ειρήνης και ευτυχίας
referring to beliefs or ideas related to a prophesied future thousand-year period of peace and happiness, typically involving the return of Christ
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her millenarian outlook shaped her faith, as she believed a time of everlasting peace was near.
Η χιλιαστική της προοπτική διαμόρφωσε την πίστη της, καθώς πίστευε ότι μια εποχή αιώνιας ειρήνης ήταν κοντά.
Λεξικό Δέντρο
millenarianism
millenarian



























