Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Military man
01
στρατιωτικός άνδρας, στρατιωτικός
someone who serves in the armed forces; a member of a military force
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
military men
αρσενικό ενικό
military man
θηλυκό ενικό
military woman
neutral form
service member
LanGeek



























