Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
militaristic
01
στρατιωτικός, πολεμοχαρής
favoring or emphasizing military power and aggressive policies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most militaristic
συγκριτικός βαθμός
more militaristic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, military, policy
Παραδείγματα
The country adopted a militaristic approach to international disputes.
Η χώρα υιοθέτησε μια στρατιωτική προσέγγιση για τις διεθνείς διαφορές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
militaristic
militarist
military



























