militarist
mi
ˈmɪ
μι
li
lɪ
λι
ta
tə
τα
rist
rɪst
ριστ

Ορισμός και σημασία του "militarist"στα αγγλικά

01

στρατιωτιστής, υποστηρικτής πολεμικής πολιτικής

a person who supports using military force or warlike policies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
militarists
Παραδείγματα
The militarist argued for expanding the nation's armed forces. 

Ο μιλιταριστής υποστήριξε την επέκταση των ένοπλων δυνάμεων του έθνους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

militaristic
militarist
military
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store