Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mezzo-soprano
01
μετσοσπράνο, μέτζο
a type of classical female singing voice situated between the soprano and contralto ranges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mezzo-sopranos
Παραδείγματα
The choral arrangement highlighted the mezzo-soprano's agile range, blending seamlessly with the other vocal parts.
Η χορωδιακή διασκευή τόνισε την ευκίνητη κλίμακα της μετσοπράνου, συνδυάζοντας απρόσκοπτα με τα άλλα φωνητικά μέρη.
02
μετσοσπράνο, μέτζο
a female singer with a voice ranged between soprano and contralto



























