astringent
ast
ˈəst
ēst
rin
rɪn
rin
gent
ʤənt
jēnt
contingentstringent

Ορισμός και σημασία του "astringent"στα αγγλικά

astringent
01

στυπτικός, αψύς

having a sharp, bitter, or sour taste 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most astringent
συγκριτικός βαθμός
more astringent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The astringent flavor of green tea leaves a refreshing and slightly bitter taste on the palate. 

Η στυπτική γεύση του πράσινου τσαγιού αφήνει μια δροσερή και ελαφρώς πικρή γεύση στον ουρανίσκο.

02

στυπτικός, συστελλόμενος

causing body tissues to tighten or contract 
Παραδείγματα
The cream has an astringent effect that reduces skin oiliness. 

Η κρέμα έχει στυπτική δράση που μειώνει τη λιπαρότητα του δέρματος.

01

στυπτικό, αποσυρτική ουσία

a substance used to contract and firm body tissues or narrow bodily passages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
astringents
Παραδείγματα
The pharmacist recommended an astringent to help reduce gum inflammation. 

Ο φαρμακοποιός συνέστησε ένα στυπτικό για να βοηθήσει στη μείωση της φλεγμονής των ούλων.

Λεξικό Δέντρο

nonastringent
astringent
astringe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store