Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
astringent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most astringent
συγκριτικός βαθμός
more astringent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The astringent flavor of green tea leaves a refreshing and slightly bitter taste on the palate.
Η στυπτική γεύση του πράσινου τσαγιού αφήνει μια δροσερή και ελαφρώς πικρή γεύση στον ουρανίσκο.
02
στυπτικός, συστελλόμενος
causing body tissues to tighten or contract
Παραδείγματα
The cream has an astringent effect that reduces skin oiliness.
Η κρέμα έχει στυπτική δράση που μειώνει τη λιπαρότητα του δέρματος.
Astringent
01
στυπτικό, αποσυρτική ουσία
a substance used to contract and firm body tissues or narrow bodily passages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
astringents
Παραδείγματα
The pharmacist recommended an astringent to help reduce gum inflammation.
Ο φαρμακοποιός συνέστησε ένα στυπτικό για να βοηθήσει στη μείωση της φλεγμονής των ούλων.
Λεξικό Δέντρο
nonastringent
astringent
astringe



























