meteoroid
me
ˈmi:
μι
teo
tiə
τια
roid
rɔɪd
ροϊντ

Ορισμός και σημασία του "meteoroid"στα αγγλικά

01

μετεωροειδής, μικρό ουράνιο σώμα

a small celestial body that becomes visible as a meteor upon entrance into the atmosphere of the earth 
meteoroid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
meteoroids
Παραδείγματα
A meteoroid is a small rocky or metallic object in outer space that is significantly smaller than an asteroid and larger than a micrometeoroid. 

Ένας μετεωρίτης είναι ένα μικρό βραχώδες ή μεταλλικό αντικείμενο στο εξωτερικό διάστημα που είναι σημαντικά μικρότερο από έναν αστεροειδή και μεγαλύτερο από έναν μικρομετεωρίτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

micrometeoroid
meteoroid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store