Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meteoroid
01
μετεωροειδής, μικρό ουράνιο σώμα
a small celestial body that becomes visible as a meteor upon entrance into the atmosphere of the earth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meteoroids
Παραδείγματα
A meteoroid is a small rocky or metallic object in outer space that is significantly smaller than an asteroid and larger than a micrometeoroid.
Ένας μετεωρίτης είναι ένα μικρό βραχώδες ή μεταλλικό αντικείμενο στο εξωτερικό διάστημα που είναι σημαντικά μικρότερο από έναν αστεροειδή και μεγαλύτερο από έναν μικρομετεωρίτη.
Λεξικό Δέντρο
micrometeoroid
meteoroid



























