Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meteoric
01
μετεωρικός, σχετικός με τους μετεωρίτες
pertaining to or consisting of meteors or meteoroids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
astronomy, science
02
μετεωρικός, ατμοσφαιρικός
of or pertaining to atmospheric phenomena, especially weather and weather conditions
03
αστραπιαίος, μετεωρικός
developing or reaching success in a quick way
Παραδείγματα
Her meteoric rise to stardom came as a surprise to many, given how quickly she gained popularity.
Η μετεωρική άνοδός της στη φήμη ήταν έκπληξη για πολλούς, δεδομένου του πόσο γρήγορα κέρδισε δημοτικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
micrometeoric
meteoric
meteor



























