mete
me
ˈmɛ
με
te
τα
/mˈiːt/

Ορισμός και σημασία του "mete"στα αγγλικά

01

όριο, σύνορο

a line that indicates a boundary
mete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store