Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mete
01
όριο, σύνορο
a line that indicates a boundary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metes
Λεξικό Δέντρο
metic
mete
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
όριο, σύνορο
Λεξικό Δέντρο