Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Metatarsal
01
μετατάρσιο, οστό του μετατάρσιου
(anatomy) any of the five bones of the foot between the ankle and the toes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metatarsals
metatarsal
01
μεταταρσιακός, σχετικός με το μετατάρσιο
of or relating to the metatarsus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























