metatarsal
me
ˌmɛ
me
ta
tar
ˈtɑ:
taa
sal
səl
sēl

Ορισμός και σημασία του "metatarsal"στα αγγλικά

01

μετατάρσιο, οστό του μετατάρσιου

(anatomy) any of the five bones of the foot between the ankle and the toes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metatarsals
metatarsal
01

μεταταρσιακός, σχετικός με το μετατάρσιο

of or relating to the metatarsus 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store