Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
menopausal
01
εμμηνοπαυσιακός, σχετικός με την εμμηνόπαυση
relating to the period when a woman stops having menstrual cycles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, biology, medicine
Παραδείγματα
She experienced menopausal symptoms like hot flashes and mood changes.
Βίωσε συμπτώματα εμμηνόπαυσης όπως αναφλέξεις και αλλαγές στη διάθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
postmenopausal
premenopausal
menopausal
menopause



























