mendacity
men
mɛn
μεν
da
ˈdæ
νται
ci
σι
ty
ti
τι
mendicitymegacity

Ορισμός και σημασία του "mendacity"στα αγγλικά

01

ψευτιά, ψέμα

the act of lying 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store