mendacity
Pronunciation
/mɛnˈdæsɪti/

Ορισμός και σημασία του "mendacity"στα αγγλικά

01

ψευτιά, ψέμα

the act of lying
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store