Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Memory loss
01
απώλεια μνήμης, διαταραχή μνήμης
the condition of forgetting or being unable to recall past events or information, ranging from minor forgetfulness to more severe forms, such as dementia or amnesia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Over time, his memory loss became more noticeable, affecting his daily life.
Με το πέρασμα του χρόνου, η απώλεια μνήμης του έγινε πιο αισθητή, επηρεάζοντας την καθημερινή του ζωή.



























