to assonate
a
ˈæ
ā
sso
nate
neɪt
neit
associate

Ορισμός και σημασία του "assonate"στα αγγλικά

to assonate
01

ασονάρω, έχω μια στενή ομοιότητα σε ήχους

to have a close similarity in sounds, particularly vowels 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
assonate
γ΄ ενικό πρόσωπο
assonates
ενεστώτα μετοχή
assonating
απλός αόριστος
assonated
παθητική μετοχή
assonated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store