Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Associate professor
01
αναπληρωτής καθηγητής, συνεργαζόμενος καθηγητής
a teacher lower in rank than a full professor but higher than an assistant professor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
associate professors



























