Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
medical
01
ιατρικός, υγειονομικός
related to medicine, treating illnesses, and health
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pharmaceutical company conducts research to develop new medical treatments for diseases.
Η φαρμακευτική εταιρεία διεξάγει έρευνα για την ανάπτυξη νέων ιατρικών θεραπειών για ασθένειες.
02
ιατρικός
requiring or amenable to treatment by medicine especially as opposed to surgery
03
ιατρικός, σχετικός με τον Ασκληπιό ή την τέχνη της θεραπείας
of or belonging to Aesculapius or the healing art
Medical
01
ιατρική εξέταση
a careful and complete physical assessment of a person's health
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
medicals
Λεξικό Δέντρο
medicalize
medically
premedical
medical
medic



























